15 Ιουν 2011

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ






"Γράψε κάτι,οτιδήποτε,ακόμα και αν είναι σημείωμα αυτοκτονίας."
                                                                                                        Gore Vidal


Εντάξει λοιπόν.Θα γράψω.Θα γράψω ένα παραμύθι .
Ισως κάποτε να το λέω και στα εγγόνια μου που ξέρεις.
Τώρα που το σκέφτομαι αναρωτιέμαι...πως θα μοιάζουν άραγε τα εγγόνια μου,
τα εγγόνια μας;
Μέχρι πριν λίγα χρόνια όταν σκεφτόμουν τα παιδιά του μέλλοντος η φαντασία
μου οργίαζε.Παιδιά indigo,κρυστάλλινα,διάφανα,αγγελοαρπαγμένα,
που άμα η κοινωνία δεν τα περιόριζε ελέγχοντας τα,θα ωθούσαν την ανθρωπότητα
σε ένα νέο εξελικτικό επίπεδο.
Ζώντας το σωτήριο έτος 2011 δυστυχώς η φαντασία μου περιορίζεται δραματικά.

Η πρώτη εικόνα που μου 'ρχεται στο μυαλό σε σχέση με το παραπάνω
ερώτημα είναι λίγο (θα το θέσω κομψά) ζοφερή...
Είναι η εικόνα του 'Ολιβερ Τουίστ.
Βλέπω εκατομμύρια κλώνους του Όλιβερ μπροστά μου.Σαν να βλέπω θρίλερ.
Τον θυμάστε τον Όλιβερ Τουίστ ;
Αυτόν τον μικρούλι ήρωα του Κάρολου Ντίκενς,το λιπόσαρκο παιδάκι,
με τα κουλουριασμένα ρούχα,που όσο σκληρά και να δούλευε
ποτέ μα ποτέ η ανταμοιβή του,που ήταν ένα πιάτο φαγητό,δεν χόρταινε την πείνα του;
Που από παντού τον διώχνανε και ήταν θαύμα το πως κατάφερε να επιζήσει
μέσα στον παράλογο κόσμο των μεγάλων ;

Εντάξει μπορεί να είμαι υπερβολική,μπορεί όμως και όχι.
Γιατί παράλληλα με την εικόνα του Όλιβερ που στην τελική ήταν ένας μυθιστορηματικός
χαρακτήρας,μου 'ρχεται στο μυαλό και η εικόνα του Λονδίνου του 19ου αιώνα
που μας παρουσιάζει ο Ντίκενς,που δεν ήταν καθόλου μυθιστορηματική
και αντιθέτως ήταν πολύ πραγματική.
Η εποχή της Βιομηχανικής επανάστασης,ήταν για τους ιδιοκτήτες
των μέσων παραγωγής,ένας οικονομικός παράδεισος.
Για τους εργαζόμενους όμως,ήταν η κόλαση της υπερεκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης.
Οι οικογένειες της εργατικής τάξης μοχθούσαν σκληρά,πάρα πολύ σκληρά
για να βγάλουν το ψωμί τους και μόνο,στην κυριολεξία.
Και μαζί μοχθούσαν και τα παιδιά τους.Τα οποία δούλευαν σε απάνθρωπες συνθήκες,
ώρες ατελείωτες,παιδιά σκλάβοι,παιδιά υποχρεωμένα να δουλεύουν από μικρή ηλικία,
για να μην πεθάνουν από την πείνα τα ίδια και οι οικογένειες τους.
Στο Λονδίνο της βιομηχανικής εποχής αν κάποιος δεν είχε δουλειά
ήταν καταδικασμένος να πεθάνει.
Υπήρχαν πάνω από 50.000 άνθρωποι (τι πληθυσμό να είχε τότε το Λονδίνο;)
που δεν είχαν που να κοιμηθούν και ζούσαν αποκλειστικά από την ζητιανιά.

Ξέρω ότι όλα αυτά που γράφω σήμερα δεν είναι ευχάριστα,
αλλά η πραγματικότητα  συνήθως δεν είναι και πολύ ευχάριστη.
Δεν είμαι μάντης κακών.Το αντίθετο.Κατά βάση είμαι αισιόδοξος άνθρωπος.
Αλλά ανησυχώ μην τυχόν και όντως η Ιστορία επαναληφθεί γιατί την έχει αυτή την τάση.
Αυτή την εποχή και μεις βιώνουμε μια Επανάσταση.
Την Υψηλής Τεχνολογίας Επανάσταση.
Και αρχίζω να διακρίνω πολλά κοινά στο που οδηγείται το βιoτικό
και κοινωνικό επίπεδο της δικής μας Επανάστασης,με το κοινωνικό
και βιoτικό επίπεδο της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Βέβαια υπάρχει μια διαφορά στον ορισμό της κατάστασης.
Τότε σου λέγανε : "Εσύ φταις,είσαι φτωχός σκάσε και δούλευε."
Τώρα σου λένε : "Δεν φταίμε εμείς,η κρίση φταίει."
Το είσαι φτωχός,σκάσε και δούλευε εξυπακούεται.
Εξάλλου δεν είναι politically correct να πούνε κάτι τέτοιο.
Είναι σαν  να πάει να παιχτεί το ίδιο σενάριο και το μόνο που έχει
αλλάξει είναι το ντεκόρ, τα ρούχα και τα gadgets.
Πάντα το σενάριο ξεκινάει αισιόδοξα.Η εξέλιξη είναι για το καλό της ανθρωπότητας.
Πως γίνεται όμως και πάντα κάτι στραβώνει;
Εγώ όταν ήμουν μικρή πίστευα ότι στην ηλικία που είμαι τώρα,θα ζούσα
σε ένα  τεχνολογικό παράδεισο.Ο άνθρωπος θα έκανε τσάρκες στο φεγγάρι,
ρομποτάκια και μηχανήματα θα είχαν αναλάβει όλες τις κοπιαστικές και άχαρες
εργασίες,οι οι άνθρωποι θα δούλευαν ελάχιστα και θα είχαν πολύ ελεύθερο χρόνο
στην διάθεση τους ώστε να αναπτύξουν το πνεύμα τους,να εστιάσουν
σε νέες εφευρέσεις και να συνεχίσουν να εξελίσσονται τεχνολογικά,
πάντα με γνώμονα το καλό της ανθρωπότητας.
Μάλλον δεν φταίνε τα σενάρια και αυτό που φταίει είναι η ανθρώπινη φύση.
Όπως τουλάχιστον έχει εξελιχθεί,γιατί όπως λέει το παραμύθι μου...

Τα πολύ παλιά χρόνια,τόσο παλιά που έχουν σβηστεί απ' ανθρώπου
μνήμη,σε αυτή την χώρα που λέγεται Ελλάδα υπήρχε ένα γένος
που ονομαζόταν το Χρυσό Γένος.
Αυτό το έχω μάθει από τον Λιακόπουλο αλλά και αυτός το έμαθε από τον Ησίοδο.
Αυτό το Χρυσό Γένος πρέπει να ήταν και το μοναδικό ανθρώπινο γένος
που πέρασε καλά πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.
Είχαν μορφή όμοια με των Θεών και ζούσαν σαν Θεοί (τότε ήταν πολλοί,
μετά και στους Θεούς περικοπές κάναμε).
Καμία θλίψη δεν είχαν στην καρδιά τους και δεν κοπιάζανε για τίποτα.
Η γη τους τους πρόσφερε απλόχερα τα πάντα.
Όλα μέλι-γάλα μια κατάσταση flower power.Συν ότι δεν γερνάγανε ποτέ.
Μια ζωή rock & roll.
Ούτε ο θάνατος ήταν για αυτούς κάτι το τρομακτικό.
Όταν μετά από πολλά πολλά χρόνια έφτανε η στιγμή να πεθάνουμε
(πάντα νέοι στην όψη) ήταν για αυτούς κάτι απολύτως φυσιολογικό,
σαν να πηγαίνανε για ύπνο.Δεν τους έσκιαζε φοβέρα καμιά.
Για κάποιον μυστήριο λόγο όμως δεν αναπαράχθηκαν και σιγά σιγά εξαφανίστηκαν.
Επειδή ήτανε πολύ εντάξει τύποι και τύπισσες ,ο Δίας αποφάσισε να τους κάνει 
Δαίμονες αγαθούς,αγγελικές θεότητες που φύλαγαν τους θνητούς ανθρώπους.
Ντυμένοι την ομίχλη τριγυρνάγανε πάνω στην γη,πρόσεχαν τις δίκαιες πράξεις
και τα άδικα έργα και ήταν πλουτοδότες.Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμα και τριγυρνάνε
ανάμεσα μας.
Αν πάντως υπάρχει κανένας σας εδώ γύρω και με ακούει σας παρακαλώ
ελάτε και από μένα μια βόλτα.
Και εδώ στην ουσία τελειώνει το παραμύθι,μιας και το Γένος που τους ακολούθησε
ήταν το Αργυρό.Και ήταν τζούφιο.Μετά το Χάλκινο,από το κακό στο χειρότερο,
και ύστερα ακολούθησε το Γένος το ηρωικό.
Αυτοί ήταν σίγουρα πολύ καλύτεροι από εμάς,αλλά και πάλι μπροστά στο
Χρυσό Γένος δεν πιάνανε μία.Και τέλος ήρθε το Σιδερένιο Γένος.
Όλοι εμείς έχουμε  την μεγάλη τύχη να καταγόμαστε
από αυτούς τους Σιδερένιους και σκουριασμένους ανθρώπους.
Και ξέρεις τι λέει ο Ησίοδος για αυτό το πέμπτο Γένος; Το Γένος μας;

"Αχ! Να μην έσωνα κι εγώ,ύστερα απ αυτούς,να βρίσκομαι με τους ανθρώπους*
του πέμπτου γένους,παρά ή να πέθαινα πρωτύτερα ή να ζούσα κατόπι.
Γιατί τώρα πια υπάρχει το πέμπτο γένος.Ποτέ δεν θα πάψουν την ημέρα
να τραβάνε κόπους και βάσανα και την νύχτα να μαραζώνουν για κάτι τι,
γιατί βαριές έγνοιες θα τους δίνουν οι θεοί.
Μα όπως και να ναι,με τα κακά αυτά θα αναμιχθούνε και καλά.
Ο Ζεύς θ αφανίσει και τούτο το γένος των ανθρώπων,
τότε που θα γεννιόνται με άσπρα μαλλιά στα μηλίγγια.
Ούτε ο πατέρας θα μοιάζει των παιδιών του ούτε και τα παιδιά(του πατέρα),
ούτε ο ξένος θα είναι φίλος σε κείνον που τον φιλοξενεί,
ούτε ο αδελφός στον αδελφό,καθώς πρωτύτερα...
και θα ζημιώνει ο αχρείος τον ευγενικό άνθρωπο λέγοντας του λόγια απατηλά
που θα παίρνει όρκο γι αυτά.Κι ο φθόνος ο πικρόγλωσσος,
ο χαιρέκακος,θα παρακολουθεί όλους τους άθλιους ανθρώπους με μάτια γεμάτα μίσος.
Και τότε πια από την πλατύδρομη γη η Αιδώς και η Νέμεσις,
αφού σκεπάσουν το ωραίο τους πρόσωπο με τα άσπρα πέπλα τους,
θα ανεβούν στον Όλυμπο,κοντά στους αθανάτους,παρατώντας τους ανθρώπους.
Και θα μείνουν στους θνητούς οι βαριές θλίψεις.Και το κακό δεν θα χει γιατρειά.''

Αυτά λέει ο Ησίοδος για την σκουριασμένη σε όλα της γενιά μας...
Θα κλείσω το παραμύθι τώρα,όπως κλείνουν  τα παραμύθια πάντα.
Και ζήσανε αυτοί καλά και μεις...θα δείξει...
Άντε πάμε Όλιβερ.Είναι ώρα για ύπνο..


                                                                  
                        
  *Ησίοδος,Έργα και Ημέραι,94-104.
                                                                             
   Η ζωγραφιά που κοσμεί το άρθρο είναι
   μια παιδική ζωγραφιά που βρήκα στο διαδίκτυο.



Δεν υπάρχουν σχόλια: